«Σήμερα θα γινόσουν 39. Οι φίλοι σου θα οργάνωναν ένα πάρτυ έκπληξη για να γιορτάσετε τα γενέθλια σου. Θα γινόταν ίσως σε κάποια από τις αγαπημένες σου παραλίες στον τόπο που μεγάλωσες στην Κιρρα/Ιτέα. Θα ήταν μετά τη δύση του ήλιου , πάνω στα βότσαλα, με θέα τον Κορινθιακό.
Θα χόρευες κάτω απ’ τα αστέρια και η καρδιά σου θα πλημμύριζε από ευτυχία γιατί ήσουν ζωντανός, τα είχες καταφέρει για άλλον ένα χρόνο. Θα έβαζες στην άκρη του μυαλού σου όλες τις δυσκολίες και τους πόνους σου και θα κρατούσες άσβεστη την ελπίδα για το καλύτερο. Για περισσότερη ελευθερία, περισσότερα δικαιώματα, περισσότερη ζωή.
Ξέρεις παιδί μου η φυσική σου παρουσία έχει χαθεί αλλά ζεις με πολλούς τρόπους ανάμεσα μας. Σε νιώθουμε, σε διαβάζουμε, σε ακούμε και δεν ξεχνάμε ό,τι ζήσαμε μαζί, γιατί όπως είπε και η Μaya Aggelou “Οι άνθρωποι μπορεί να μη θυμούνται τι έκανες ή τι τους είπες αλλά πάντα θα θυμούνται πως τους έκανες να αισθανθούν.”
Ήσουν ένα δώρο στις ζωές πολλών ανθρώπων, κυρίως εκείνων που υπέφεραν και αγωνίζονται να επιβιώσουν και να χωρέσουν σε τούτο τον άδικο κόσμο. Ήσουν το χέρι που ακουμπούσε τον μελλοθάνατο, το στόμα που μιλούσε για καλοσύνη και αποδοχή, η πένα που έγραφε και διεκδικούσε, το χαμόγελο που φώτιζε σκοτάδια, το βλέμμα που ακτινοβολούσε ευγένεια και συμπόνια.
Άνθρωποι σαν εσένα δεν χάνονται ποτέ γιατί έχουν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια πίσω τους. Έχουν ριζώσει σε μάτια και καρδιές, έχουν γίνει ανάσα και αίμα, ψωμί και νερό, σπόρος και δροσιά.
Παιδί μου, η απόσταση μεταξύ μας είναι αγεφύρωτη αλλά η αγάπη φτάνει παντού.
Till we meet again. Somewhere, somehow.
Η μαμά»
Φωτογραφία: Alexandros Katsis
Δημοσιεύθηκε στο ReaderGr