Βασίλης Τσιτσάνης: Ο άνθρωπος που σφράγισε το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι
Συνθέτης, στιχουργός, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και ερμηνευτής, ο Βασίλης Τσιτσάνης αποτελεί μία από τις κορυφαίες μορφές της ελληνικής μουσικής του 20ού αιώνα. Το έργο του σημάδεψε το ρεμπέτικο και συνέβαλε καθοριστικά στη μετάβασή του στο σύγχρονο λαϊκό τραγούδι, αφήνοντας παρακαταθήκη που παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου 1915, από Ηπειρώτες γονείς με καταγωγή από τα Άγραφα. Από πολύ νεαρή ηλικία έδειξε την κλίση του στη μουσική, μαθαίνοντας μόνος του να παίζει μαντολίνο και μπουζούκι, χωρίς τυπικές σπουδές, αλλά με έμφυτο ταλέντο και βαθιά μουσική αντίληψη.
Από τα Τρίκαλα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη
Σε ηλικία 25 ετών, το 1940, ο Τσιτσάνης κατέβηκε στην Αθήνα αναζητώντας καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Σύντομα, ωστόσο, η πορεία του τον οδήγησε στη Θεσσαλονίκη, όπου κατά την περίοδο της Κατοχής και αμέσως μετά, άφησε έντονο το αποτύπωμά του.
Από το 1944 έως το 1946 λειτούργησε το θρυλικό «Ουζερί ο Τσιτσάνης» στην οδό Παύλου Μελά 22, ένα μουσικό στέκι που έμελλε να περάσει στην ιστορία. Εκεί συνέθεσε ορισμένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά τη λήξη του πολέμου, με κορυφαίο παράδειγμα τη διαχρονική «Συννεφιασμένη Κυριακή».
Η μουσική πορεία και οι πρώτες ηχογραφήσεις
Το παίξιμό του στο μπουζούκι θεωρήθηκε μοναδικό, με σαφείς επιρροές από τον Βαγγέλη Παπάζογλου και τον Μάρκο Βαμβακάρη. Η πρώτη του δημόσια εμφάνιση έγινε στο μαγαζί «Μπιζέλια», ενώ η γνωριμία του με τον Δημήτρη Περδικόπουλο άνοιξε τον δρόμο για τη συνεργασία του με την Odeon.
Στα πρώτα του χρόνια στη δισκογραφία συμμετείχε σε ηχογραφήσεις δημοτικών τραγουδιών, παίζοντας μπουζούκι σε κομμάτια όπως τα καλαματιανά «Σιγά καλέ μ’ την άμαξα» και «Αμπέλι μου πλατύφυλλο». Το τραγούδι «Σ’ έναν τεκέ σκαρώσανε» αποτέλεσε την πρώτη ρεμπέτικη σύνθεση του Τσιτσάνη που ηχογραφήθηκε με τη δική του υπογραφή.
Οικογένεια και επιστροφή στην Αθήνα
Τον Ιούλιο του 1942 παντρεύτηκε τη Ζωή Σαμαρά από τα Γρεβενά, με κουμπάρο τον Νικόλαο Μουσχουντή, διοικητή της Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης και φίλο του συνθέτη. Απέκτησαν δύο παιδιά, τη Βικτώρια και τον Κώστα.
Το 1946 επέστρεψε στην Αθήνα, ξεκινώντας μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της καριέρας του. Δίπλα του αναδείχθηκαν σπουδαίες φωνές του λαϊκού τραγουδιού, όπως η Σωτηρία Μπέλλου, η Μαρίκα Νίνου, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Ιδιαίτερη υπήρξε η συνεργασία του με τη Σωτηρία Μπέλλου, την οποία ο ίδιος ανέδειξε και στήριξε καθοριστικά από το 1947.
Η καθολική αναγνώριση και τα τελευταία χρόνια
Τα επόμενα χρόνια ο Βασίλης Τσιτσάνης γνώρισε ευρύτατη αποδοχή από το κοινό. Μετά την πτώση της Χούντας, πραγματοποίησε μεγάλες συναυλίες σε στάδια και ανοιχτούς χώρους, κάτι πρωτόγνωρο για το λαϊκό τραγούδι μέχρι τότε. Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε ανοιχτό χώρο έγινε σε τιμητική εκδήλωση του Δήμου Νίκαιας, στο πλαίσιο του πρώτου «Πολιτιστικού Καλοκαιριού», σε συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη.
Ήταν στενός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, καθώς και ένθερμος φίλαθλος του Άρη Θεσσαλονίκης και του Α.Ο. Τρίκαλα, τον οποίο παρακολουθούσε συχνά από κοντά.
Το τέλος και η διαχρονική κληρονομιά
Ο Βασίλης Τσιτσάνης απεβίωσε στις 18 Ιανουαρίου 1984, ανήμερα των 69ων γενεθλίων του, σε νοσοκομείο του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές σε χειρουργική επέμβαση στους πνεύμονες λόγω καρκίνου. Κηδεύτηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών με δημόσια δαπάνη.
Η προσφορά του τιμήθηκε με πολλούς τρόπους: δρόμοι σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας φέρουν το όνομά του, ενώ στα Τρίκαλα, την ιδιαίτερη πατρίδα του, λειτουργεί από το 2017 το Μουσείο Τσιτσάνη, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη και το έργο ενός δημιουργού που άλλαξε για πάντα το ελληνικό τραγούδι.
____________________________________________________________________
Καθημερινή Ενημέρωση με Άποψη και Επίκεντρο τον Δημότη
Facebook: IsthmosNews
Facebook: ΔΗμότης Της Κορινθίας
Facebook: ΔΗμότης Της Κορινθίας - by IsthmosNews
Βασίλης Τσιτσάνης - Βικιπαίδεια
IsthmosNews.gr — Το site που έγινε καθημερινή σου συνήθεια.