Ο Ακροκόρινθος μετά την παράδοσή του στους Έλληνες: Πώς το κάστρο έγινε πεδίο αντιπαράθεσης στον Εμφύλιο του 1823-1824
Μια λιγότερο γνωστή αλλά ιδιαίτερα αποκαλυπτική πτυχή της Ελληνικής Επανάστασης στην Κορινθία αναδεικνύει το Κορινθιακό Εργαστήριο Ιστορίας. Η διαμάχη για τον έλεγχο του Ακροκορίνθου, οι Νοταράδες, οι Κολοκοτρωναίοι και ο καθοριστικός ρόλος των μισθοφορικών στρατευμάτων.
Η παράδοση του Ακροκορίνθου στους Έλληνες, στις 26 Οκτωβρίου 1823, δεν αποτέλεσε το τέλος των συγκρούσεων γύρω από το σημαντικότερο ίσως στρατηγικό οχυρό της Κορινθίας. Αντίθετα, μέσα στο κλίμα του πρώτου εμφυλίου πολέμου, το ιστορικό κάστρο μετατράπηκε σε επίκεντρο μιας σκληρής αντιπαράθεσης μεταξύ αντίπαλων ελληνικών παρατάξεων.
Όπως παρουσιάζει σε ιστορική του αναφορά το Κορινθιακό Εργαστήριο Ιστορίας, η κατοχή του Ακροκορίνθου απέκτησε ιδιαίτερη πολιτική και στρατιωτική σημασία, καθώς οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των κυβερνητικών και αντικυβερνητικών δυνάμεων επηρέασαν άμεσα τις εξελίξεις στην περιοχή.
Στο προσκήνιο βρέθηκε η οικογένεια των Νοταράδων, με πρωταγωνιστικό ρόλο τον Ιωάννη Νοταρά, αλλά και οι δυνάμεις που συνδέονταν με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Οι Νοταράδες και ο έλεγχος του Ακροκορίνθου
Στην Κορινθία, η οικογένεια των Νοταράδων διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντιπαράθεση με τις στρατιωτικές δυνάμεις που υποστήριζαν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Σημαντικό στοιχείο της στρατιωτικής τους ισχύος ήταν τα μισθοφορικά σώματα που διατηρούσαν και χρηματοδοτούσαν.
Ο Ιωάννης Νοταράς, αν και μόλις δεκαέξι ετών κατά την έναρξη της Επανάστασης, είχε ήδη συμμετάσχει στις πολεμικές επιχειρήσεις. Παρά τις αντιρρήσεις που είχαν εκφραστεί για τη συμμετοχή του, επιθυμούσε να πολεμήσει εναντίον των Οθωμανών.
Ο Φωτάκος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο Ιωάννης Νοταράς «υπηρέτησεν στρατιωτικώς έχων σώμα στρατιωτών εντοπίων και Ρουμελιωτών μισθωτών εξ ιδίων εις τούτους δαπανών, και παντού παρευρέθη».
Μετά την καταστροφή του Δράμαλη και τον θάνατό του, η πολιορκία του Ακροκορίνθου εξελίχθηκε σε μια υπόθεση στην οποία καθοριστικό ρόλο είχαν πλέον τα μισθοφορικά στρατεύματα. Ο Ιωάννης Νοταράς φέρεται να είχε μισθώσει περισσότερους από 500 Στερεοελλαδίτες στρατιώτες, προκειμένου να διατηρήσει την πολιορκία.
26 Οκτωβρίου 1823: Η παράδοση του κάστρου και η αλλαγή φρουράς
Στις 26 Οκτωβρίου 1823, έπειτα από συμφωνία με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, οι 416 έγκλειστοι Οθωμανοί εγκατέλειψαν το κάστρο και ο Ιωάννης Νοταράς ανέλαβε αρχικά καθήκοντα φρουράρχου.
Ωστόσο, ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος τότε κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού, προχώρησε στην αντικατάστασή του, διορίζοντας φρούραρχο τον Γεώργιο Χελιώτη.
Η εξέλιξη αυτή δεν έβαλε τέλος στη διαμάχη για τον έλεγχο του Ακροκορίνθου.
Τον Φεβρουάριο του 1824, μέσα πλέον στη δίνη του εμφυλίου πολέμου, ο Ιωάννης Νοταράς κατάφερε να καταλάβει το κάστρο από τον Χελιώτη, αξιοποιώντας την αριθμητική υπεροχή των μισθοφορικών δυνάμεών του.
Η αντίδραση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ήταν άμεση. Έδωσε εντολή στον Δημήτριο Τσώκρη να συνεργαστεί με τον Γεώργιο Χελιώτη και, ύστερα από νυχτερινή επιχείρηση, οι δυνάμεις τους ανέκτησαν τον Ακροκόρινθο.
Παράλληλα, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης στάλθηκε στην περιοχή με μισθωτούς Ρουμελιώτες, προκειμένου να ενισχύσει τις δυνάμεις του Τσώκρη.
Οι τοπικοί οπλαρχηγοί που υποστήριζαν τον Ιωάννη Νοταρά προετοιμάζονταν, από την πλευρά τους, για νέα προσπάθεια ανακατάληψης του κάστρου.
Οι μισθοφόροι καθόριζαν τις εξελίξεις
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία της ιστορικής αναφοράς είναι ο ρόλος των μισθοφορικών στρατευμάτων, τα οποία φαίνεται πως επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό την έκβαση των συγκρούσεων.
Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, εκτιμώντας ότι η στρατιωτική ισορροπία εξαρτιόταν από την παρουσία των μισθοφόρων, πρότεινε την απομάκρυνση των ξένων μισθωτών στρατιωτών που υπηρετούσαν τον Ιωάννη Νοταρά, ως προϋπόθεση για την παράδοση του κάστρου.
Τελικά, στις 24 Μαρτίου 1824, ο Ακροκόρινθος πέρασε στα χέρια των διοικητικών στρατευμάτων, δηλαδή στην πλευρά του Νοταρά, με την υπόσχεση ότι θα καταβάλλονταν οι οφειλόμενοι μισθοί στους στρατιώτες που βρίσκονταν μέσα στο κάστρο.
Στη συνέχεια, φρούραρχος τοποθετήθηκε ο Γεώργιος Κίτζιος.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο πόσο σημαντικό ρόλο είχε αποκτήσει η οικονομική διάσταση του πολέμου και η δυνατότητα των τοπικών ισχυρών να συντηρούν και να πληρώνουν ένοπλα σώματα.
Ο Μακρυγιάννης και η μαρτυρία για τη μετακίνηση των στρατιωτών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μαρτυρία του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη, ο οποίος περιγράφει τη μετακίνησή του μαζί με άλλους Ρουμελιώτες αξιωματικούς, τον Χορμόβα και τον Σκίπη, από την πλευρά του Γενναίου Κολοκοτρώνη προς τον Ιωάννη Νοταρά.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στον Άγιο Γεώργιο της Νεμέας, όπου βρίσκονταν ο Νοταράς, ο Λόντος και ο Ανδρέας.
Ο Μακρυγιάννης καταγράφει στα απομνημονεύματά του:
«Μόλις φτάσαμε εις τον Αγιώργη ήταν εκεί ο Νοταράς κι ο Λόντος κι ο θείος ο Αντρέας. Είχαν της Κόρθος τις προσόδους κι έπρεπε να πλερώσουνε τα στρατέματα. Σαν έφυγα από του Κολοκοτρωναίους η νέα Διοίκηση διάταξε τον Νοταρά τον Γιάννη να μας πλερώση».
Η συγκεκριμένη μαρτυρία φωτίζει μια λιγότερο προβεβλημένη πλευρά της Επανάστασης: τη σύνδεση της στρατιωτικής ισχύος με τις οικονομικές δυνατότητες των πολιτικών και τοπικών παραγόντων.
Η δυνατότητα καταβολής μισθών αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα για τη διατήρηση των στρατευμάτων και, σε αρκετές περιπτώσεις, για τη μετακίνησή τους από τη μία παράταξη στην άλλη.
Ο Ακροκόρινθος ως καθρέφτης του πρώτου Εμφυλίου
Η ιστορία του Ακροκορίνθου την περίοδο 1823-1824 αναδεικνύει μια δύσκολη πτυχή της Ελληνικής Επανάστασης.
Την ώρα που ο Αγώνας για την απελευθέρωση συνεχιζόταν, οι εσωτερικές πολιτικές και στρατιωτικές αντιπαραθέσεις είχαν αποκτήσει τέτοια ένταση, ώστε η κατοχή ενός στρατηγικού κάστρου να αποτελεί αντικείμενο διαρκούς σύγκρουσης μεταξύ Ελλήνων.
Οι Νοταράδες, οι Κολοκοτρωναίοι, οι τοπικοί οπλαρχηγοί και τα μισθοφορικά σώματα βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας διαμάχης στην οποία η στρατιωτική δύναμη, η πολιτική επιρροή και η οικονομική δυνατότητα συνδέονταν άμεσα.
Όπως προκύπτει από τα ιστορικά τεκμήρια που παραθέτει το Κορινθιακό Εργαστήριο Ιστορίας, ο Ακροκόρινθος δεν αποτέλεσε μόνο ένα στρατηγικό οχυρό της Επανάστασης. Έγινε και πεδίο όπου αποτυπώθηκαν οι αντιφάσεις, οι ανταγωνισμοί και οι εσωτερικές συγκρούσεις της περιόδου.
Μια ιστορική υπενθύμιση ότι η πορεία προς την εθνική ανεξαρτησία δεν ήταν μόνο ένας αγώνας απέναντι στον οθωμανικό ζυγό, αλλά και μια περίοδος έντονων εσωτερικών αναμετρήσεων.
Ιστορικές πηγές – Βιβλιογραφία
Η ιστορική αναφορά του Κορινθιακού Εργαστηρίου Ιστορίας βασίζεται στις ακόλουθες πηγές:
- Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, σελ. 314-330.
- Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1860, τόμος Γ΄, σελ. 52-53.
- Σταύρος Κουτίβας, Οι Νοταράδες στην υπηρεσία του Έθνους και της Εκκλησίας 1821-1910, σελ. 299 και 330.
- Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως – Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, Αθήνα 1960, τόμοι Α΄-Β΄.
- Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήνα 1839, τόμος Β΄, σελ. 49.
- Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1957, σελ. 142.
Πηγή ιστορικής αναφοράς: Κορινθιακό Εργαστήριο Ιστορίας – Επίσημη σελίδα στο Facebook.
________________________________________________________________________________________
Καθημερινή Ενημέρωση με Άποψη και Επίκεντρο τον Δημότη
Η ενημέρωση συνεχίζεται και στα social media.
Ακολουθήστε μας για να μη χάνετε όσα συμβαίνουν στην Κορινθία, την Πελοπόννησο και την Ελλάδα.
🔹 IsthmosNews.gr — Ακολουθήστε τη σελίδα μας στο Facebook
🔹 ΔΗμότης της Κορινθίας — Ακολουθήστε μας στο Facebook
🔹 ΔΗμότης της Κορινθίας | by IsthmosNews — Ακολουθήστε τη σελίδα