Lindsay Clancy: Γιατί το mistrial δεν σημαίνει αθώωση — ψυχική νόσος, ποινική ευθύνη και η έμφυλη ματιά στον δράστη

Δρ. Κέλλυ Ιωάννου - Dr. Kelly Ioannou
Εγκληματολόγος | Πραγματογνώμονας
Καθηγήτρια Εγκληματολογίας
Ιδρύτρια του Traumahelp & του Γίνε Άνθρωπος
Trauma Coach
Η δίκη της Lindsay Clancy για τη δολοφονία των τριών παιδιών της ολοκληρώθηκε χωρίς ετυμηγορία. Οι δώδεκα ένορκοι δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν και ο δικαστής κήρυξε mistrial, αυτό που στα ελληνικά αποδίδουμε συνήθως ως «κακοδικία».
Και επειδή βλέπω ήδη να δημιουργείται μια αρκετά λανθασμένη εντύπωση γύρω από το τι ακριβώς συνέβη, νομίζω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε από το βασικό:
Η Lindsay Clancy δεν αθωώθηκε.
Δεν κρίθηκε όμως ούτε ένοχη. Η δίκη της ολοκληρώθηκε χωρίς απόφαση, επειδή οι ένορκοι δεν μπόρεσαν να καταλήξουν στην ομοφωνία που απαιτείται για την έκδοση ετυμηγορίας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, το αδιέξοδο φαίνεται ότι ήταν 11 προς 1. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά από τη διαδικασία, ένας ένορκος διαφωνούσε με τους υπόλοιπους έντεκα, ενώ η υπεράσπιση υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος ένορκος αναγνώριζε την ύπαρξη αμφιβολίας αλλά αρνούνταν να την εφαρμόσει σύμφωνα με τις οδηγίες του δικαστηρίου περί «πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας». Ο δικαστής αρνήθηκε να τον απομακρύνει και, έπειτα από περισσότερες από 36 ώρες διαβουλεύσεων σε διάστημα επτά ημερών, η επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορούσε να φτάσει σε ομόφωνη απόφαση.
Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά για την Clancy;
Σημαίνει ότι η υπόθεση δεν τελείωσε. Οι κατηγορίες εξακολουθούν να υφίστανται και η εισαγγελία μπορεί να επιδιώξει νέα δίκη. Επομένως, το mistrial δεν αποτελεί αθωωτική απόφαση και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι ένα δικαστήριο αποφάσισε πως η Clancy «δεν έκανε το έγκλημα». Στην πραγματικότητα, το ποιος σκότωσε την πεντάχρονη Cora, τον τρίχρονο Dawson και τον οκτώ μηνών Callan δεν ήταν καν το βασικό ερώτημα αυτής της δίκης.
Το ερώτημα ήταν πολύ πιο σύνθετο:
Σε ποια ψυχική κατάσταση βρισκόταν η Lindsay Clancy όταν σκότωσε τα παιδιά της και μπορούσε, με βάση αυτή την κατάσταση, να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνη για τις πράξεις της;
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η Clancy βρισκόταν σε ψυχωτικό επεισόδιο και έπασχε από επιλόχεια ψύχωση. Η εισαγγελία δεν αμφισβήτησε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας, υποστήριξε όμως ότι αυτά δεν είχαν αναιρέσει την ικανότητά της να αντιλαμβάνεται το άδικο των πράξεών της. Αντιθέτως, παρουσίασε στοιχεία τα οποία, κατά την κατηγορούσα αρχή, έδειχναν σχεδιασμό και επίγνωση.
Και εδώ βρίσκεται μια διάκριση που θεωρώ απαραίτητη κάθε φορά που επιχειρούμε να αναλύσουμε ένα έγκλημα στο οποίο υπάρχει σοβαρή ψυχοπαθολογία:
Η ύπαρξη ψυχικής διαταραχής δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανικανότητα προς καταλογισμό.
Μια ψυχιατρική διάγνωση δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απαλλαγής από την ποινική ευθύνη. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν ο δράστης έπασχε από κάποια ψυχική διαταραχή, αλλά ποια ήταν η επίδραση αυτής της διαταραχής στην ψυχική του λειτουργία κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης και αν πληρούνται τα κριτήρια που θέτει η συγκεκριμένη έννομη τάξη για την ποινική ανευθυνότητα.
Στην Ελλάδα θα μιλούσαμε για την ικανότητα ή ανικανότητα προς καταλογισμό, όπως αυτή ρυθμίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 34 του Ποινικού Κώδικα. Δεν πρόκειται για απόλυτη αντιστοιχία με το αμερικανικό δίκαιο και γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή όταν μεταφέρουμε αυτούς τους όρους από τη μία έννομη τάξη στην άλλη.
Επιλόχεια κατάθλιψη και επιλόχεια ψύχωση δεν είναι το ίδιο πράγμα
Ένα δεύτερο σημείο που θεωρώ απαραίτητο να ξεκαθαριστεί είναι ότι η επιλόχεια ψύχωση δεν είναι συνώνυμη της επιλόχειας κατάθλιψης.
Πρόκειται για μια σπάνια αλλά ιδιαίτερα σοβαρή ψυχιατρική κατάσταση, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, σοβαρή αποδιοργάνωση της σκέψης και σημαντική διατάραξη της επαφής με την πραγματικότητα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε γυναίκα που εμφανίζει επιλόχεια ψύχωση και διαπράττει μια εγκληματική πράξη στερείται αυτομάτως καταλογισμού.
Η διάγνωση δεν είναι το τέλος της δικαστικής διερεύνησης. Είναι η αρχή της.
Πρέπει να εξεταστεί τι ακριβώς συνέβαινε στον ψυχισμό του συγκεκριμένου ανθρώπου τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Υπήρχαν παραληρητικές πεποιθήσεις; Υπήρχαν ψευδαισθήσεις; Πώς συνδέονταν με την πράξη; Ποια ήταν η επαφή με την πραγματικότητα; Τι δείχνει η συμπεριφορά πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το έγκλημα;
Αυτά είναι πολύ διαφορετικά ερωτήματα από το «είχε κάποια ψυχιατρική διάγνωση;».
«Αν ήταν άνδρας, θα μιλούσαμε για ψυχική ασθένεια;»
Και κάπου εδώ φτάνουμε σε ένα από τα σχόλια που εμφανίζονται σχεδόν αναπόφευκτα κάθε φορά που μια μητέρα σκοτώνει τα παιδιά της:
«Αν ήταν άνδρας, κανείς δεν θα έψαχνε αν ήταν ψυχικά ασθενής».
Είναι εύκολο να απορρίψουμε το επιχείρημα ως ακόμη μία αντιπαράθεση μεταξύ ανδρών και γυναικών. Θεωρώ όμως ότι επιστημονικά θα ήταν λάθος να το κάνουμε. Γιατί το ερώτημα της έμφυλης μεροληψίας στις κρίσεις γύρω από την ψυχική κατάσταση και την ποινική ευθύνη έχει πράγματι απασχολήσει την έρευνα.
Σε πειραματική μελέτη των Yourstone και συνεργατών το 2008, 45 επαγγελματίες της δικαστικής ψυχιατρικής, 46 δικαστές και 80 φοιτητές ψυχολογίας κλήθηκαν να αξιολογήσουν μια υπόθεση ανθρωποκτονίας. Η υπόθεση παρέμενε ουσιαστικά η ίδια. Αυτό που άλλαζε ήταν το φύλο του δράστη.
Το αποτέλεσμα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον: οι επαγγελματίες της δικαστικής ψυχιατρικής και οι φοιτητές ήταν περισσότερο πιθανό να θεωρήσουν ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έλλειψης ποινικής ευθύνης λόγω ψυχικής διαταραχής όταν ο δράστης παρουσιαζόταν ως γυναίκα παρά όταν παρουσιαζόταν ως άνδρας. Στους δικαστές παρατηρήθηκε διαφορετικό φαινόμενο, με τους ερευνητές να καταγράφουν ενδείξεις in-group bias, δηλαδή ευνοϊκότερης αξιολόγησης δραστών του ίδιου φύλου με εκείνους.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η μεταγενέστερη εξέταση χιλιάδων πραγματικών δικαστικοψυχιατρικών αξιολογήσεων. Σε δείγμα 4.396 περιπτώσεων καταγράφηκε μεγαλύτερη πιθανότητα οι γυναίκες που είχαν ασκήσει βία να κρίνονται ως μη ποινικά υπεύθυνες λόγω της ψυχικής τους κατάστασης σε σχέση με τους άνδρες, ακόμη και μετά τον έλεγχο αρκετών πιθανών συγχυτικών παραγόντων.
Οι ίδιοι οι ερευνητές, όμως, δεν κατέληξαν στο απλουστευτικό συμπέρασμα ότι «τα δικαστήρια ευνοούν τις γυναίκες». Επισήμαναν ότι η διαφορά θα μπορούσε να σχετίζεται είτε με πραγματικές διαφορές στη βαρύτητα της ψυχοπαθολογίας που δεν αποτυπώνονταν πλήρως από τις διαγνώσεις είτε με έμφυλη μεροληψία στη διαδικασία αξιολόγησης.
Και αυτή η επιφύλαξη είναι εξαιρετικά σημαντική.
Δεν μπορούμε να εντοπίζουμε μια στατιστική διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών και να τη βαφτίζουμε αυτομάτως «διάκριση». Άνδρες και γυναίκες που φτάνουν σε δικαστικοψυχιατρική αξιολόγηση μπορεί να διαφέρουν ως προς το ψυχιατρικό ιστορικό, την προηγούμενη παραβατικότητα, τη χρήση ουσιών, το είδος του εγκλήματος και μια σειρά άλλων μεταβλητών.
Άλλωστε, μεταγενέστερη πειραματική έρευνα δεν εντόπισε αντίστοιχη σημαντική επίδραση του φύλου στις αξιολογήσεις σοβαρά ψυχικά διαταραγμένων δραστών. Πρόκειται για τη μελέτη των Sygel και συνεργατών (2017), η οποία εξέτασε πειραματικά κατά πόσο το φύλο του δράστη επηρέαζε τις κρίσεις επαγγελματιών σχετικά με την επικινδυνότητα, την ψυχική διαταραχή και την ενδεδειγμένη δικαστικοψυχιατρική αντιμετώπιση. Οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν ουσιαστικά το ίδιο κλινικό και εγκληματολογικό προφίλ, με μόνη συστηματική διαφοροποίηση το αν ο δράστης παρουσιαζόταν ως άνδρας ή γυναίκα. Σε αντίθεση με τα ευρήματα των Yourstone και συνεργατών, οι συγγραφείς δεν βρήκαν στατιστικά σημαντική διαφορά στις αξιολογήσεις όταν το περιστατικό περιέγραφε σοβαρή ψυχική διαταραχή. Με άλλα λόγια, το φύλο από μόνο του δεν φάνηκε να μεταβάλλει με αξιόπιστο τρόπο την κρίση των αξιολογητών.
Το εύρημα αυτό δεν ακυρώνει τις προηγούμενες ενδείξεις πιθανής έμφυλης μεροληψίας. Δείχνει όμως ότι η επίδραση του φύλου δεν είναι σταθερή ούτε εμφανίζεται σε κάθε πλαίσιο. Μπορεί να εξαρτάται από το είδος της υπόθεσης, τη σοβαρότητα και την παρουσίαση των συμπτωμάτων, την επαγγελματική ιδιότητα των αξιολογητών ή τον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ερώτημα —για παράδειγμα, αν αξιολογείται η επικινδυνότητα, η διάγνωση ή η νομική ανευθυνότητα.
Άρα τα δεδομένα δεν μας επιτρέπουν να πούμε ότι «οι γυναίκες αθωώνονται επειδή είναι γυναίκες».
Μας επιτρέπουν όμως να θέσουμε ένα πολύ πιο ενδιαφέρον ερώτημα:
Μήπως έχουμε την τάση να αντιλαμβανόμαστε ευκολότερα τον άνδρα δράστη ως “επικίνδυνο” και τη γυναίκα δράστιδα ως “ασθενή”;
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες της American Academy of Psychiatry and the Law επισημαίνουν την ανάγκη οι επαγγελματίες της δικαστικής ψυχιατρικής να έχουν επίγνωση πιθανών έμφυλων προκαταλήψεων στις αξιολογήσεις τους. Στη σχετική βιβλιογραφία έχει επίσης καταγραφεί ότι οι γυναίκες μπορεί να γίνονται αντιληπτές ως λιγότερο επικίνδυνες και με μικρότερη πιθανότητα υποτροπής, ενώ σε ορισμένα δεδομένα εμφανίζουν μεγαλύτερη πιθανότητα έκβασης NGRI (Not Guilty by Reason of Insanity).
Και εδώ χρειάζεται ξανά προσοχή στην ορολογία.
Το NGRI είναι ειδική ετυμηγορία του αμερικανικού δικαίου. Δεν έχει απόλυτο ελληνικό ισοδύναμο και σίγουρα δεν πρέπει να μεταφράζεται απλουστευτικά ως «αθώωση λόγω παραφροσύνης». Περιγράφει την περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος δεν θεωρείται ποινικά υπεύθυνος λόγω της ψυχικής του κατάστασης, σύμφωνα με τα κριτήρια της συγκεκριμένης έννομης τάξης. Ως έννοια προσεγγίζει —χωρίς να ταυτίζεται— την ανικανότητα προς καταλογισμό του ελληνικού ποινικού δικαίου.
Και NGRI δεν σημαίνει απαραίτητα «πηγαίνω σπίτι μου». Στην περίπτωση της Clancy, μια τέτοια ετυμηγορία μπορεί να οδηγήσει σε εγκλεισμό σε κρατικό ψυχιατρικό νοσοκομείο, με τη συνέχιση της νοσηλείας να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Η γυναίκα ως «ασθενής» και ο άνδρας ως «επικίνδυνος»
Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η ουσία της συζήτησης.
Η εικόνα μιας μητέρας που σκοτώνει τα παιδιά της συγκρούεται τόσο έντονα με όσα κοινωνικά έχουμε συνδέσει με τη μητρότητα, ώστε σχεδόν αυθόρμητα αναζητούμε μια εξήγηση: «Δεν μπορεί να ήταν καλά».
Όταν ένας άνδρας διαπράττει μια ακραία βίαιη πράξη, ενδεχομένως είμαστε περισσότερο εξοικειωμένοι με την εικόνα του άνδρα ως επιθετικού ή επικίνδυνου δράστη και λιγότερο πρόθυμοι να αναζητήσουμε πίσω από την πράξη πιθανή ψυχοπαθολογία.
Εάν πράγματι συμβαίνει αυτό, αποτελεί μεροληψία και πρέπει να μας απασχολεί.
Δεν διορθώνεται όμως αρνούμενοι την ύπαρξη πραγματικής ψυχικής διαταραχής όταν ο δράστης είναι γυναίκα.
Η επιλόχεια ψύχωση δεν είναι ένας βολικός όρος που δημιουργήθηκε για να δικαιολογεί μητέρες που σκοτώνουν τα παιδιά τους.
Αλλά ούτε πρέπει να μετατρέπεται σε μια διάγνωση που κλείνει αυτομάτως τη συζήτηση περί ποινικής ευθύνης.
Εάν στη θέση της Lindsay Clancy βρισκόταν ένας άνδρας σε αποδεδειγμένο σοβαρό ψυχωτικό επεισόδιο, θα έπρεπε να εξεταστεί με την ίδια αυστηρότητα εάν η ψυχική του κατάσταση επηρέαζε την ικανότητά του προς καταλογισμό.
Και αντιστρόφως, μια γυναίκα δεν πρέπει να θεωρείται λιγότερο υπεύθυνη για ένα έγκλημα απλώς επειδή είναι μητέρα ή επειδή στο ιστορικό της υπάρχει μια ψυχιατρική διάγνωση.
Αυτό είναι ισότητα απέναντι στον νόμο. Όχι να αγνοούμε τις πραγματικές διαφορές, αλλά να εφαρμόζουμε τα ίδια κριτήρια όταν τις αξιολογούμε.
Εξήγηση δεν σημαίνει δικαιολόγηση
Υπάρχει τέλος μια διάκριση που θεωρώ ότι πρέπει να επαναλαμβάνουμε περισσότερο όταν συζητάμε τέτοιες υποθέσεις.
Άλλο εξηγώ. Άλλο δικαιολογώ. Και άλλο εξετάζω τον καταλογισμό.
Το να επιχειρεί η εγκληματολογία να κατανοήσει τους μηχανισμούς πίσω από μια πράξη δεν σημαίνει ότι τη δικαιολογεί.
Το να εξετάζει η ψυχιατρική την ψυχική κατάσταση ενός δράστη δεν σημαίνει ότι τον απαλλάσσει.
Και το να κρίνει τελικά ένα δικαστήριο ότι κάποιος δεν ήταν ικανός προς καταλογισμό δεν σημαίνει ότι η πράξη του γίνεται λιγότερο πραγματική ή λιγότερο τραγική.
Στην υπόθεση Clancy υπάρχουν τρία νεκρά παιδιά. Καμία ψυχιατρική διάγνωση και καμία μελλοντική δικαστική απόφαση δεν αλλάζει αυτό το γεγονός.
Το δικαστήριο καλείται να απαντήσει σε κάτι διαφορετικό: ποια ήταν η ψυχική κατάσταση της μητέρας τους όταν τα σκότωσε και τι σημαίνει αυτή η κατάσταση για την ποινική της ευθύνη;
Δώδεκα ένορκοι άκουσαν επί σχεδόν έξι εβδομάδες περισσότερους από 80 μάρτυρες και εξέτασαν εκατοντάδες αποδεικτικά στοιχεία. Στη συνέχεια συσκέφθηκαν για περισσότερες από 36 ώρες.
Και δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν.
Ένας άνθρωπος ήταν αρκετός για να μην υπάρξει ομόφωνη ετυμηγορία.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η Lindsay Clancy είναι αθώα.
Δεν αποδεικνύει ότι είναι ένοχη.
Αποδεικνύει μόνο πόσο δύσκολο είναι μερικές φορές να μετατρέψουμε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχικής λειτουργίας σε μια δυαδική δικαστική απόφαση.
Η Lindsay Clancy, λοιπόν, δεν αθωώθηκε. Η πρώτη δίκη της ολοκληρώθηκε χωρίς ετυμηγορία και η υπόθεση παραμένει ανοιχτή. Η επόμενη ακρόαση έχει οριστεί για τις 29 Σεπτεμβρίου και τότε αναμένεται να αποσαφηνιστούν περισσότερο τα επόμενα δικαστικά βήματα.
Η δίκη της, όμως, αφήνει ήδη πίσω της ένα ερώτημα πολύ μεγαλύτερο από την ίδια:
Όταν ένας άνθρωπος διαπράττει ένα έγκλημα που δυσκολευόμαστε ακόμη και να κατανοήσουμε, μπορούμε πραγματικά να διαχωρίσουμε την ψυχική του κατάσταση από το φύλο του, τα στερεότυπά μας και τη συναισθηματική μας αντίδραση απέναντι στην ίδια την πράξη;
Και, κυρίως, θα δίναμε την ίδια απάντηση αν ο άνθρωπος που καθόταν στο εδώλιο ήταν άνδρας;
Βιβλιογραφία
American Academy of Psychiatry and the Law. (2014). AAPL practice guideline for forensic psychiatric evaluation of defendants raising the insanity defense. Journal of the American Academy of Psychiatry and the Law, 42(4 Suppl.), S3–S76.
Boone, R. (2026, September 4). A mistrial is declared in the murder case against Lindsay Clancy. Here’s what could happen next. Associated Press.
Perry, A., Gordon-Smith, K., Jones, L., & Jones, I. (2021). Phenomenology, epidemiology and aetiology of postpartum psychosis: A review. Brain Sciences, 11(1), 47.
Sygel, K., Sturup, J., Fors, U., Edberg, H., Gavazzeni, J., Howner, K., Persson, M., & Kristiansson, M. (2017). The effect of gender on the outcome of forensic psychiatric assessment in Sweden: A case vignette study. Criminal Behaviour and Mental Health, 27(2), 124–135. https://doi.org/10.1002/cbm.1987
Yourstone, J., Lindholm, T., Grann, M., & Svenson, O. (2008). Evidence of gender bias in legal insanity evaluations: A case vignette study of clinicians, judges and students. Nordic Journal of Psychiatry, 62(4), 273–278. https://doi.org/10.1080/08039480801963135
Yourstone, J., Lindholm, T., Grann, M., & Fazel, S. (2009). Gender differences in diagnoses of mentally disordered offenders. International Journal of Forensic Mental Health, 8(3), 172–177. https://doi.org/10.1080/14999010903199316