«Για τα πανηγύρια…» – Η παράδοση, η «γνησιότητα» και οι νέες ταυτότητες του ελληνικού πανηγυριού
Άρθρο – Παρέμβαση του Θάνου Κώτση, Υπ. Διδάκτορα Λαογραφίας και Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Στον απόηχο των θερινών πανηγυριών, η συζήτηση για το τι συνιστά «αυθεντικό» πανηγύρι και τι χαρακτηρίζεται ως «αρπαχτή» επανέρχεται δυναμικά. Μουσικοί, καλλιτέχνες, επαγγελματίες της τέχνης αλλά και άνθρωποι που συμμετέχουν ενεργά στο γλέντι καταθέτουν τις απόψεις τους, ανοίγοντας έναν ευρύτερο διάλογο για την παράδοση, τη μουσική και τις σύγχρονες μορφές διασκέδασης στην ελληνική ύπαιθρο.
Σε αυτή τη συζήτηση παρεμβαίνει ο Θάνος Κώτσης, Υποψήφιος Διδάκτωρ Λαογραφίας και Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, MSc Λαογραφίας και πτυχιούχος Ιστορίας, επιχειρώντας να δει το φαινόμενο του πανηγυριού μέσα από μια διαφορετική οπτική.
Από το «αυθεντικό» πανηγύρι στην «αρπαχτή»
Όπως σημειώνει, η αξιολογική ταξινόμηση των πανηγυριών και των μουσικών σε «δημοτικούς» και «λαϊκούς», «ποιοτικούς» και «εμπορικούς», «έντεχνους» και «σκυλάδες», συνοδεύεται συχνά από ένα ευρύτερο δίπολο μεταξύ «γνησιότητας και αλλοίωσης», αλλά και «παράδοσης και νεωτερικότητας».
Σύμφωνα με την προσέγγισή του, το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία ενιαία γλώσσα, καθώς το πανηγύρι αποτελεί ένα σύνθετο κοινωνικό και μουσικοχορευτικό φαινόμενο, με σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά περιοχή, κοινότητα και εποχή.
Η εικόνα του «αυθεντικού» πανηγυριού φαίνεται, κατά τον ίδιο, να συνδέεται πολλές φορές με συγκεκριμένες αναπαραστάσεις της υπαίθρου: το καζάνι, τη σχάρα, τα ποτά, τα παραδοσιακά μουσικά όργανα, το ρεπερτόριο, τον αριθμό των συμμετεχόντων, αλλά ακόμη και την απουσία ή παρουσία φωτορυθμικών και άλλων σύγχρονων στοιχείων.
Πότε ένα πανηγύρι θεωρείται «παραδοσιακό»;
Ο Θάνος Κώτσης θέτει ένα βασικό ερώτημα: μήπως η σημερινή εικόνα του «παραδοσιακού» πανηγυριού αποτελεί σε μεγάλο βαθμό μια εξιδανικευμένη αναπαράσταση του παρελθόντος;
Όπως υποστηρίζει, στοιχεία της σύγχρονης καθημερινότητας συχνά θεωρούνται ότι «αλλοιώνουν» την εικόνα ενός πανηγυριού, το οποίο για να θεωρηθεί αυθεντικό καλείται να διατηρεί έναν συγκεκριμένο, σχεδόν «γραφικό», χαρακτήρα.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται και στη χρήση του κρασιού και του τσίπουρου ως συμβολικών στοιχείων τοπικότητας, φέρνοντας ως παράδειγμα περιπτώσεις Ηπειρωτών τραγουδιστών της δισκογραφίας της δεκαετίας του 1970, όταν το τσίπουρο μπορούσε να λειτουργήσει στιχουργικά ως δείκτης εντοπιότητας.
Και τα πανηγύρια των δεκαετιών του ’70 και του ’80;
Ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία της παρέμβασης αφορά τη νοσταλγική αναφορά στα μεγάλα πανηγύρια του παρελθόντος.
Ο Θάνος Κώτσης υπενθυμίζει ότι στα πανηγύρια των δεκαετιών του ’70 και του ’80 συμμετείχαν καλλιτέχνες που αποτελούσαν «stars» της εποχής, ενώ το μουσικό και σκηνικό περιβάλλον περιλάμβανε πολύχρωμα φώτα, δυνατές εντάσεις, ηλεκτρικό ήχο, νέο ρεπερτόριο, γαρύφαλλα και ουίσκι.
Κατά την άποψή του, επρόκειτο και τότε για μια προσπάθεια μεταφοράς στοιχείων της αστικής νυχτερινής διασκέδασης στην ύπαιθρο, τηρουμένων φυσικά των αναλογιών της εποχής.
Έτσι, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η σημερινή κριτική απέναντι στις σύγχρονες μορφές των πανηγυριών δεν αποτελεί τελικά μια εξιδανίκευση ενός παρελθόντος που και το ίδιο υπήρξε πολύ πιο σύνθετο και δυναμικό.
«Όσοι βιώνουν την παράδοση, δεν την επικαλούνται»
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η θέση του σχετικά με τον πολιτισμικό ελιτισμό που, όπως υποστηρίζει, μπορεί να εμφανίζεται στη δημόσια συζήτηση γύρω από το λαϊκό πολιτισμό.
Όπως γράφει χαρακτηριστικά, η συζήτηση για τις «αρπαχτές» παύει να αποτελεί ένα εσωτερικό συντεχνιακό ζήτημα όταν συνοδεύεται από ευρύτερα αφηγήματα που αναπαράγονται από ανθρώπους του πνεύματος, στο διαδίκτυο και στα μέσα ενημέρωσης.
Στο επίκεντρο της κριτικής του βρίσκεται η αντίφαση ανάμεσα στην επίκληση του «λαϊκού πολιτισμού» και στην απόρριψη εκφάνσεων της ίδιας της λαϊκότητας.
Η παράδοση δεν είναι στατική
Ο συγγραφέας σχολιάζει ακόμη το σύγχρονο ενδιαφέρον για τις «ρίζες» και τις νέες μορφές με τις οποίες το δημοτικό τραγούδι και η παραδοσιακή μουσική επανέρχονται στο προσκήνιο.
Αναφέρεται στις διασκευές δημοτικών τραγουδιών σε ένα μετα-ροκ μουσικό περιβάλλον, αλλά και στη μεταβολή των ίδιων των κοινοτήτων, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις αναπαράγουν μουσικοχορευτικές πρακτικές που τα μέλη τους έχουν γνωρίσει μέσα από χορευτικά συγκροτήματα και σεμινάρια.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην προσωπική του εμπειρία ως μουσικός από ορεινά χωριά της Ηπείρου, όπου έχει βρεθεί να του ζητούνται χοροί όπως ζωναράδικα και μπαϊντούσκες.
«Ο τόπος σηκώνει όσα του ταιριάζουν», σημειώνει χαρακτηριστικά, θέτοντας έτσι το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στον τόπο, τη συλλογική μνήμη και τις μουσικοχορευτικές πρακτικές.
Το πανηγύρι αλλάζει μαζί με την κοινότητα
Σύμφωνα με την προσέγγιση του Θάνου Κώτση, το πανηγύρι του χωριού δεν έχει πλέον πάντοτε τις ίδιες λειτουργίες που είχε στο παρελθόν.
Η συμβολική αναπαραγωγή της κοινότητας, η σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν και η επικαιροποίηση των αξιακών συστημάτων συνυπάρχουν πλέον με νέες ανάγκες και νέες μορφές συμμετοχής.
Παράλληλα, η παρουσία ανθρώπων που δεν ανήκουν στην τοπική κοινότητα δημιουργεί ένα διαφορετικό πλαίσιο. Η ανάγκη για μια εμπειρία μακριά από την καθημερινότητα της πόλης μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο συμμετοχής, όμως η άγνοια της τοπικής ιστορίας και του συμβολικού χαρακτήρα ενός τόπου ενδέχεται, σύμφωνα με τον ίδιο, να οδηγήσει και σε συμπεριφορές που δεν συμβαδίζουν με την τοπική κουλτούρα.
Το πανηγύρι ως ζωντανό πολιτισμικό φαινόμενο
Το βασικό συμπέρασμα της παρέμβασης είναι ότι το πανηγύρι δεν αποτελεί ένα μουσειακό έκθεμα που πρέπει να παραμένει αναλλοίωτο.
Αντίθετα, μεταβάλλεται μαζί με τις κοινότητες που το δημιουργούν και το βιώνουν. Νέες μουσικές, νέες συνήθειες, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικοί συμμετέχοντες διαμορφώνουν κάθε φορά ένα νέο πολιτισμικό περιβάλλον.
Και όπως χαρακτηριστικά καταλήγει ο Θάνος Κώτσης, το πανηγύρι «θα βρίσκει πάντα τρόπο να επικαιροποιείται στις τρέχουσες ανάγκες των κοινοτήτων, ξερνώντας, παράλληλα, όσα το χαλάνε…».
Υ.Γ. του Θάνου Κώτση
«Δεν είναι του γούστου και της αισθητικής μου τα πανηγύρια με τα δεκάδες ηχεία ακραίων ντεσιμπέλ και τα ανακατεμένα δημοτικά τραγούδια με τραπ και αραβικά ακούσματα. Ωστόσο, έτερον, εκατέρον…»
Φωτογραφία: Δημήτρης Τοσίδης
_________________________________________________________________________________________________________________
IsthmosNews.gr – Καθημερινή ενημέρωση με άποψη και επίκεντρο τον Δημότη